Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ ΠΟΛΙΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΕΙΦΟΡΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗ» (CISD) ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΠΕΡΙ «ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ»


Αναδημοσίευση από: www.cisd.gr
Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα του CISD, του Παρατηρητηρίου Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη, της ανοικτής επιστολής που υπογράφει η Πρόεδρος του CISD κ. Μαργαρίτα Καραβασίλη  για το πολιτικά, περιβαλλοντικά και συνταγματικά απαράδεκτο σχέδιο νόμου που καταλύει κάθε έννοια ορθής διαχείρισης της Αειφόρου Ανάπτυξης της χώρας, εξοστρακίζει την θέση της Αυτοδιοίκησης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και παραδίδει την χώρα στις ορέξεις των επιχειρηματικών συμφερόντων χωρίς δημοκρατικό και κοινωνικό έλεγχο καθώς επίσης και καταργεί τις συμμετοχικές διαδικασίες στην εκπόνηση των Σχεδίων.


Ανοικτή Επιστολή
προς τα Μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Κοιν: ως Πίνακας Κοινοποιήσεων

Θέμα:               Σχέδιο Νόμου ΥΠΕΚΑ «ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ»
Από την Ολοκληρωμένη Διαχείριση του Χώρου στην Μονοσήμαντα «Επιχειρηματική» Προσέγγιση

Την 22.05.14 ολοκληρώθηκε η Ανοικτή Διαβούλευση που αφορούσε στο Σχέδιο Νόμου του ΥΠΕΚΑ με τίτλο «ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ».
Το Σχέδιο Νόμου δεν εισήχθη στην Βουλή των Ελλήνων κατά την Β’ Σύνοδο της ΙΕ’ Περιόδου της.
Το σύνολο των τρεχουσών παραμέτρων και συγκυριών δημιουργεί την εύλογη πεποίθηση αιφνίδιας εισαγωγής του στα Θερινά Τμήματα.
Το CISD[1] παρακολούθησε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την προσπάθεια αναθεώρησης του ισχύοντος Θεσμικού Πλαισίου που αφορά στον Χωροταξικό και Πολεοδομικό Σχεδιασμό καθώς αποτελεί το βασικότερο εργαλείο για την ορθή διαχείριση της Αειφόρου Ανάπτυξης της χώρας μας.
Ωστόσο, μετά από λεπτομερή μελέτη των άρθρων του νομοσχεδίου και της αιτιολογικής έκθεσης που το συνοδεύει, διαπίστωσε ότιτο Σχέδιο Νόμου που προωθεί το αρμόδιο Υπουργείο, με τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος, μετατρέπει τον εθνικό στρατηγικό προγραμματισμό και σχεδιασμό σε ένα απλουστευμένο «Οδικό χάρτη» γενικόλογων δράσεων, μέτρων και έργων, που δεν λαμβάνουν υπόψη την εθνική χωρική – αναπτυξιακή διάσταση και τα γεωγραφικά δεδομένα του χώρου.
Το Κράτος, που οφείλει να προγραμματίσει και να συντονίσει την μελλοντική παραγωγική δραστηριότητα και οικονομική ανάπτυξη στη χώρα, μέσω της ισόρροπης ανάπτυξης όλων των τομέων της οικονομίας, της κοινωνίας και του περιβάλλοντος,εκχωρεί σήμερα αυτό το δικαίωμα στα σχέδια των επιχειρηματικών κύκλων.
Το CISD θεωρεί ότι αυτό το Σχέδιο Νόμου αποτελεί τροχοπέδη στην ισόρροπη ανάπτυξη της χώρας, και καλεί τους Έλληνες Βουλευτές να το καταψηφίσουν, σεβόμενοι την ευθύνη τους απέναντι στον Έλληνα Πολίτη τον οποίο εκπροσωπούν,λαμβάνοντας υπόψη ότι: ο Αναπτυξιακός Προγραμματισμός και ο Χωροταξικός Σχεδιασµός, είναι έννοιες Συνταγματικά κατοχυρωμένες και αποτελούν υποχρεώσεις του Κράτους διαχρονικά, έχει ασκηθεί μεγάλη κριτική για τον ελλιπή τρόπο που ασκήθηκε έως σήμερα ο Χωροταξικός Σχεδιασμός, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τη χώρα, τους πολίτες, το φυσικό και δοµηµένο περιβάλλον πλήθος σφοδρών ενστάσεων και παρατηρήσεων κατατέθηκαν από ειδικούς επιστήμονες και φορείς κατά την Ανοικτή Διαβούλευση του Σχεδίου Νόμου που έληξε την 22.05.14.
Το CISD θεωρεί ότι η ελεύθερη κρίση των βουλευτών οφείλει να είναι ταυτόχρονα απόλυτα τεκμηριωμένη και για τον λόγο αυτό παραθέτει συνοπτικά τους λόγους καταψήφισης του Σχεδίου Νόμου ενώ στο συνημμένο Παράρτημα παρατίθενται αναλυτικά οι κατ’ άρθρο Παρατηρήσεις.

1.      Το Σχεδίου Νόμου, που παρουσιάζεται ως «ένα σημαντικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας», έχει σημαντικές παραλείψεις, συγχύσεις και στρεβλώσεις που καταστρατηγούν κατάφωρα την ίδια την έννοια «Χωροταξία», σηματοδοτώντας την ιστορική ανατροπή επί τα χείρω του Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού της χώρας.
2.     Εκφυλίζει την «Χωροταξία», από Στρατηγικό Αναπτυξιακό Σχεδιασμό, σε εργαλείο εξυπηρέτησης υπαγορευόμενων βραχυ-μεσοπρόθεσμων πολιτικών και «Χωροταξικό των ‘Έργων» προς την κατεύθυνση της οποιασδήποτε συγκυριακής έννοιας της «Ανάπτυξης» μέσω μιας κατευθυνόμενης «Χωροθέτησης», καθώς ο Σχεδιασμός όλων των επιπέδων είναι δυνατό να εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από την πίεση επιχειρηματικών συμφερόντων και μπορεί να αναθεωρείται οποτεδήποτε, κατά τη βούληση της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΚΑ ή και άλλων συναρμόδιων αρχών, όπως του Υπουργείου Τουρισμού (Άρθρο 5, παρ. 5).
3.     Δεν λαμβάνει υπόψη την «χωρικότητα», βασικό χαρακτηριστικό του οικονομικού προγραμματισμού, ούτε το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο στον τοµέα της αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης, όπου πάγια έχουμε την παρέµβαση του κρατικού μηχανισμού.
4.     Αντικαθιστά την σταθερότητα, την διαφάνεια και την αναγκαία αντικειμενικότητα στις διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού, με «ελαστικά» εργαλεία που, κατά περίπτωση, παραδίδουν τον χωροταξικό σχεδιασμό στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία και στους «επενδυτές», οι οποίοι αποκτούν τη δυνατότητα ακόμη και πολεοδόμησης ή κατά βούληση ρύθμισης των πάντων, με τη θέσπιση περιοχών παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. (Άρθρο 9, παρ. 1.3.2).
5.     Εξοστρακίζει πλήρως το Περιβάλλον, καθώς εισάγει εντονότερη σύγχυση στη σχέση των Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) με τον χωρικό σχεδιασμό υποβαθμίζοντας την αξία και σημασία των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
6.     Παραλείπει κάθε αναφορά, έστω και στοιχειώδη, στην υποχρεωτική, από το νόμο και την Σύμβαση της Βαρκελώνης, Ολοκληρωμένη Διαχείριση του Παράκτιου Χώρου.
7.     Δεν επιλύει το καίριο ζήτημα των συναρμοδιοτήτων στην διαχείριση του αειφόρου σχεδιασμού, καθώς εκτός του ΥΠΕΚΑ εμπλέκει και άλλα Υπουργεία και Φορείς με αντικρουόμενα ενδιαφέροντα και συμφέροντα.
8.     Η επιχειρούμενη μερική αναμόρφωση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας (ΕΣΧ) είναι άτολμη, καθώς οιαρμοδιότητες παραμένουν ασαφείς και σε τελική φάση εξουδετερώνονται από την νέο-ιδρυόμενη Εκτελεστική Επιτροπή(Άρθρο 3, παρ. 3).
9.     Παραδίδει, στην κυριολεξία, την «αξιοποίηση των πηγών εθνικού πλούτου και την αειφόρο τοπική ανάπτυξη των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών» (άρθρο 106 παρ.1 του Συντάγματος), σε τυχαίες και ευκαιριακές επιλογές, που ουδόλως ενδιαφέρονται για την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και ανάπτυξη των οικισμών με καλύτερους όρους διαβίωσης.
10.  Ακολουθεί τις επιταγές του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής, σε αντίθεση με το Σύνταγμα, σύμφωνα με το οποίο οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις πρέπει να γίνονται «κατά τους κανόνες της επιστήμης» (άρθρο 24 παρ.2 του Συντάγματος)αναιρώντας ακόμη και τις ισχύουσες διατάξεις που κατοχύρωναν τουλάχιστον τις βασικές έννοιες του Εθνικού Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού.
11.  Αποδίδει στον Χωροταξικό Σχεδιασμό, όπως αποτυπώνεται μέσω των «Στρατηγικών Χωροταξικών Πλαισίων», μιαμονοσήμαντη/μονομερή αναπτυξιακή στρατηγική η οποία βασίζεται έωλα σε γενική πρόταση χωροταξικής οργάνωσης συγκεκριμένων τομέων παραγωγικών δραστηριοτήτων εθνικής και μόνο σημασίας χωρίς να λαμβάνει υπόψη την διαδικασία που συντελείται μέσα στο χρόνο.
12.  Εξοστρακίζει πλήρως την κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτισμική και οικονομική διάσταση και εδραιώνει την απρογραμμάτιστη, ανορθολογική και καθοδηγούμενη ανάπτυξη, αγνοώντας τις ευρωπαϊκές και εθνικές επιταγές για την προώθηση ενός Σχεδιασμού που βασίζεται στην Αειφόρο αντίληψη της Ανάπτυξης.
13.  Μετατρέπει την Δημόσια Περιουσία, από μελλοντική «ρεζέρβα γης», σε προϊόν συναλλαγής
14.  Μειώνει τα επίπεδα σχεδιασμού σε 4, μη επιτυγχάνοντας ωστόσο ούτε και τους βασικούς στόχους καθώς οδηγεί σε πλήρη διάρρηξη του Χώρου με ενδεχόμενη συνέπεια τη δημιουργία γεωγραφικών θυλάκων χωρίς συσχετισμό, καθώς η χρονική εμβέλεια δεν μπορεί να εγγυηθεί την επιθυμητή -κατά τον συντάκτη- οικονομική ανάπτυξη.
15.  Ανατρέπει βασικές επιλογές και κυρίως την συνολική ισορροπία των Ειδικών Χωροταξικών Σχεδίων χάριν της «Νομικής Δεσμευτικότητας» αυτών ως προς τις γενικές κατευθύνσεις.
16.  Προσδιορίζει ως «προβληματικές ζώνες» τις ευαίσθητες και εύθραυστες παράκτιες, θαλάσσιες, νησιωτικές, ορεινές περιοχές, που αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό της χώρας μας και τις αντιμετωπίζει αδιάφορα χωρίς ναλαμβάνει υπόψη την ανάγκη ειδικής αντιμετώπισης (ολοκληρωμένος σχεδιασμός και διαχείριση) καθώς δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις από την ανάπτυξη ανθρώπινων δραστηριοτήτων με αποτέλεσμα ισχυρές συγκρούσεις σε θέματα ανάπτυξης και προστασίας περιβάλλοντος.
Από τα ανωτέρω συνοπτικά προκύπτει ότι ενώ η αρνητική οικονομική συγκυρία αναμενόταν να καθοδηγήσει τον συντάκτη του νομοσχεδίου προς έναν εμπνευσμένο εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό, αντίθετα τον εγκλώβισε σε μίζερη διαχείριση του θέματος κάτω από το φοβικό κλίμα της κρίσης, με αποτέλεσμα την σύνταξη ενός νομοσχεδίου που τελικά ούτε την αντιμετώπιση της κρίσης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει.
Ακόμη και ο κύριος στόχος του Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, που έχει επιβληθεί και καθοριστεί από τους Κανονισμούς των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν καλύπτεται, καθώς οι προτάσεις δεν έχουν την στοιχειώδη θεσμική κάλυψη και δεν αντικατοπτρίζουν τα νέα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης και τους τοµείς που χρηματοδοτούνται στη βάση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής «Ευρώπη 2020».
Τα σοβαρά κενά(κυρίως οριοθετικού χαρακτήρα), που προκύπτουν αλλοιώνουν ακόμη και την έννοια της «Επικουρικότητας» του Οικονομικού Προγραμματισμού ως προς τον Χωροταξικό Σχεδιασμό καθώς δεν δεσμεύουν επαρκώς τους αναπτυξιακούς στόχους µε αποτελεσματικό τρόπο.
Ταυτόχρονα, εγκαταλείπεται ακόμη και η προσέγγιση που είχε υιοθετήσει η χώρα μας για την υλοποίηση του Χωροταξικού Σχεδιασμού, «από πάνω προς τα κάτω» (Top-Down), που προσδίδει επικουρικό ρόλο στα Περιφερειακά Σχέδια έναντι των Εθνικών, που χαράζουν τις βασικές πολιτικές στρατηγικού χαρακτήρα.
Ωστόσο, η ανάγκη εκπόνησης ενός ικανού πλαισίου Εθνικής Στρατηγικής Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού είναι περισσότερο από ποτέ υπαρκτή, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις πολλαπλές και κρίσιμες εξελίξεις, αλλά και τις μελλοντικές προκλήσεις, όπως:
·         τα αυξανόμενα χωροταξικά προβλήματα που έχουν αρχίσει να επηρεάζουν αρνητικά ορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες(πχ. τουρισμό),
·         το αυξανόμενο κόστος του μεταπολεμικού μοντέλου οικιστικής ανάπτυξης,
·         το νέο διοικητικό τοπίο
·         τα νέα αιτήματα µακρο-χωρικού σχεδιασμού που απορρέουν από τα μεγάλα έργα που χρηματοδοτούνται από τα ΕΣΠΑ
·         τις πιέσεις που εκπορεύονται από το ΣτΕ.
Προϋπόθεση, όμως, οποιουδήποτε Εθνικού Σχεδιασμού αποτελεί η ύπαρξη εμπνευσμένου οράματος που θα οδηγεί σε μακρόπνοους στρατηγικούς στόχους που θα εγγυώνται την ισόρροπη αειφόρο ανάπτυξη της χώρας, στοιχεία που απουσιάζουν από το πνεύμα του Σχεδίου Νόμου για τον «Χωροταξικό και Πολεοδομικό Σχεδιασμό».
Το γεγονός αυτό αποτελεί και τον κορυφαίο λόγο που υποχρεώνει Εσάς, τους εκπρόσωπους ενός ταλανιζόμενου Λαού, να ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΤΕ ΥΠΕΥΘΥΝΑ την ΚΑΤΑΨΗΦΙΣΗ του εν προκειμένω Σχεδίου Νόμου (οποιαδήποτε στιγμή εισαχθεί στην Βουλή), καθώς περισσότερο από ποτέ η Ελλάδα έχει σήμερα ανάγκη να αποκτήσει εμπιστοσύνη σε εμπνευσμένο σχεδιασμό και υλοποίηση μακρόπνοων στρατηγικών στόχων και όχι να παραμείνει στην ανασφάλεια της «αρπαχτής».

για το CISD
Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη
Η Πρόεδρος
Μαργαρίτα Καραβασίλη
.
.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
«ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ»


1.     ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
A.1.       Επισημαίνεται ότι από το νομοσχέδιο απουσιάζει πλήρως η διατύπωση των γενικών κατευθυντήριων αρχών και στόχων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού της χώρας στο Άρθρο 01 (π.χ. προστασία περιβάλλοντος, αειφορία, βιώσιμη ανάπτυξη κλπ, που διέπουν τους καταργούμενους Ν. 2742/99 και 2508/97). Αντί αυτού, το Άρθρο 01 του νομοσχεδίου ασχολείται με τεχνικά θέματα (!) (Ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική καταγραφή των θεσμικών γραμμών, πληροφοριών, όρων και χρήσεων γης).
Επίσης, σοβαρό θέμα αποτελούν οι ρυθμίσεις του Άρθρου 12 του νομοσχεδίου, όπου εμμέσως πλην σαφώς προβλέπεται η κατάργηση ολόκληρου του σήμερα ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό (Ν.2508/1997, 2742/1997 και 1337/1983) και η αντικατάστασή του απo Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο, ενώ θα χειρίζεται σημαντικά θέματα πολιτικής και όχι απλώς κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες δεν θα συζητηθεί στη Βουλή!
A.2.       Το σημερινό «Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης» αφυδατώνεται πλήρως και μετατρέπεται σε «κείμενο αρχών» για την «Εθνική Χωροταξική Πολιτική»  (Άρθρο 4 νομοσχεδίου), το οποίο «καταρτίζει η Κυβέρνηση». Προφανώς πρόκειται για «έκθεση ιδεών» χωρίς συγκεκριμένες δεσμευτικές χωρικές κατευθύνσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται διαχρονικά η ευελιξία οποιωνδήποτε αλλαγών – ανατροπών στα υποκείμενα επίπεδα χωροταξικού σχεδιασμού ανά πάσα στιγμή και κατά τις βουλήσεις της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας.
Ουσιαστικά με το εν λόγω Άρθρο 4 του νομοσχεδίου  ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ο οποίος σήμερα διασφαλίζει τη δομική εναρμόνιση όλων των τομεακών πολιτικών σε χωρικό επίπεδο [δηλαδή των σημερινών Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, που σύμφωνα με το νομοσχέδιο θα ονομάζονται «Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια» (Άρθρο 5)].
A.3.       Στο Άρθρο 5. παρ. 6α του νομοσχεδίου, τα «Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια» (δηλαδή τα σημερινά Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού),θα μπορούν να τροποποιούνται ταχύτατα και ευέλικτα μέσω ΚΥΑ:
«6. α. Με Κοινή Απόφαση του Υπουργού ΠΕΚΑ και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, μπορεί να επέρχονται εντοπισμένες και μη ουσιώδεις τροποποιήσεις σε εγκεκριμένα Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια. Οι πιο πάνω τροποποιήσεις υποβάλλονται σε διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, μόνον εφόσον αξιολογηθεί, κατά τα οριζόμενα στην κοινή απόφαση 107017/2006, όπως εκάστοτε ισχύει, των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ότι ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.»
Πρόκειται για διαδικασία αυθαίρετη από κάθε άποψη (νομική και τεχνική). Τίθεται το ερώτημα ποιος θα αξιολογεί ότι πρόκειται για «μη ουσιώδεις τροποποιήσεις»; Ο Υπουργός ΠΕΚΑ ή οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ και με ποια ιδιότητα νομιμοποιούνται να το κάνουν; Μήπως με την ιδιότητα του αναδόχου μελετητικού σχήματος που διαθέτει όλες τις απαιτούμενες εμπλεκόμενες ειδικότητες (χωροταξικά, πολεοδομικά, περιβαλλοντικά, γεωλογικά, τοπογραφικά, οικονομικά, συγκοινωνιακά κλπ);
Επομένως, χωρίς την ύπαρξη δεσμευτικού πλαισίου υπερκείμενου εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού (όπως σήμερα αποτελεί το «Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης»), τα «Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια», θα μπορούν να τροποποιούνται και να γίνονται αυτοτελώς «λάστιχο», χωρίς να υπάρχει η υποχρέωση της δομικής εναρμόνισης μεταξύ τους, εφόσον θα υπόκεινται αυθαιρέτως και ανά πάσα στιγμή μέσω ΚΥΑ σε «εντοπισμένες και μη ουσιώδεις τροποποιήσεις», χωρίς την ανάγκη εκπόνησης συνολικής μελέτης αναθεώρησης του εκάστοτε Σ.Χ.Π., οι οποίες μάλιστα μπορεί να εξαιρούνται της διαδικασίας Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης.
A.4.       Πανομοιότυπη διάταξη προβλέπει το νομοσχέδιο στο Άρθρο 6. παρ. 14 και για τις «Περιφερειακές Χωροταξικές Στρατηγικές» (δηλαδή τα σημερινά Περιφερειακά Πλαίσια), οι οποίες θα μπορούν επίσης να τροποποιούνται ταχύτατα και ευέλικτα μέσω Αποφάσεων Υπουργού ΠΕΚΑ:
«14. Με Απόφαση του Υπουργού ΠΕΚΑ δύναται να επέρχονται εντοπισμένες και μη ουσιώδεις τροποποιήσεις στις εγκεκριμένες Περιφερειακές Χωροταξικές Στρατηγικές. Οι πιο πάνω τροποποιήσεις υποβάλλονται σε διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, μόνον εφόσον αξιολογηθεί, κατά τα οριζόμενα στην ΚΥΑ 107017/2006 (ΦΕΚ Β 1225) των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, όπως εκάστοτε ισχύει, ότι ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.»
A.5.       Δεν υπάρχει καμία αναφορά στη διαδικασία δημοσιοποίησης – διαβούλευσης κατά την έγκριση των φάσεων των χωροταξικών σχεδίων τοπικού χαρακτήρα. Θεωρούμε ότι οι διαδικασίες διαβούλευσης των αντίστοιχων απαραίτητων ΣΜΠΕ(Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικής Εκτίμησης) δεν αρκούν, εφόσον αφορούν το τελικό στάδιο των μελετών, όπου ήδη έχουν διαμορφωθεί οι προτάσεις.
Επομένως, συμπεραίνεται ότι καταργούνται οι συμμετοχικές διαδικασίες που προβλέπονται κατά την εκπόνηση των νυν ΓΠΣ και ΣΧΟΟΑΠ (σύμφωνα με το νομοσχέδιο των «Τοπικών Χωρικών Σχεδίων») από το Άρθρο 3 παρ. 2 του 1337/1983 περί δημοσιοποίησης, καθόσον ο εν λόγω νόμος προβλέπεται να καταργηθεί μετά την έκδοση του Π.Δ. του άρθρου 12 του νομοσχεδίου.
Έτσι, καταργείται ο δημοκρατικός διάλογος και η κοινωνική συμμετοχή. Ο πολίτης δεν θα έχει πλέον τη δυνατότητα να διατυπώνει τις απόψεις του για το εκπονούμενο Τοπικό Χωρικό Σχέδιο της περιοχής του (νυν ΓΠΣ ή ΣΧΟΟΑΠ).
Αντίθετα, σε ένα σύγχρονο νομοθέτημα, είναι αυτονόητο ότι θα έπρεπε να προβλεφθεί εκσυγχρονισμένη διαδικασία δημοσιοποίησης, προσαρμοσμένη στα σημερινά τεχνολογικά δεδομένα (π.χ. υποχρέωση ανάρτησης της μελέτης στην ιστοσελίδα του Δήμου για κάθε εκπονηθέν στάδιο, δημόσια παρουσίαση σε ανοιχτή συγκέντρωση, δυνατότητα των πολιτών να εκφράσουν τις απόψεις τους εντός συγκεκριμένης προθεσμίας).
Όμως, σε πλήρη αντίθεση με την κοινή λογική, στο Άρθρο 03 παρ. 7 του νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι η Εκτελεστική Επιτροπή του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας του ΥΠΕΚΑ (αποτελούμενη από 5 άτομα), είναι αρμόδια για την υποβολή απόψεων κατά τη διαδικασία κατάρτισης των χωροταξικών σχεδίων τοπικού χαρακτήρα (!).

1.     ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
B.1.       Τα Τοπικά Χωρικά Σχέδια (Τ.Χ.Σ.) του Άρθρου 9 αντικαθιστούν τα σημερινά ΓΠΣ και ΣΧΟΟΑΠ. Η έγκριση των Τ.Χ.Σ. προβλέπεται να γίνεται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού ΠΕΚΑ, ύστερα από γνώμη του Δημοτικού Συμβουλίου και του οικείου ΣΥΠΟΘΑ.
Είναι γνωστό ότι σήμερα όλες οι πολεοδομικές μελέτες (από τους μεγαλύτερους οικισμούς μέχρι τα τοπικά ρυμοτομικά σχέδια) εγκρίνονται με Π.Δ. μετά από πρόταση του Υπουργού ΠΕΚΑ, με αποτέλεσμα οι σχετικές μελέτες να λιμνάζουν επί χρόνια στο ΥΠΕΚΑ. Ορθώς κατά την άποψή μας το εν λόγω νομοσχέδιο προβλέπει την εφεξής έγκρισή τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης (Άρθρο 10 παρ. 9.).
Όμως, η προτεινόμενη διαδικασία έκδοσης Π.Δ. για κάθε Τοπικό Χωρικό Σχέδιο (Τ.Χ.Σ.) θα είναι εξαιρετικά χρονοβόρα, όχι μόνον επειδή απαιτείται να προηγηθεί της υπογραφής του Π.Δ. ο έλεγχος του  σχεδίου του νομοθετήματος από το ΣτΕ, αλλά κυρίως λόγω της ασφυξίας στην οποία προφανώς θα περιέλθουν οι διαδικασίες έγκρισης  των μελετών από τις υπηρεσίες του ΥΠΕΚΑ για τα Τ.Χ.Σ. των 325 Καλλικρατικών Δήμων της χώρας, ή δυνητικά των 910 Δημοτικών Ενοτήτων της χώρας (εφόσον ορθώς κατά τη γνώμη μας προβλέπεται και η δυνατότητα ανεξάρτητης εκπόνησης Τ.Χ.Σ. ανά μία ή περισσότερες Δ.Ε.).
Επομένως, θεωρούμε λογικό  να παραμείνει η σημερινή διαδικασία έγκρισης των Τ.Χ.Σ. από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για Τ.Χ.Σ. που εμπεριέχουν τροποποιήσεις σε Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου, θα πρέπει να προβλέπεται αναγκαστικά η έγκρισή τους μέσω Π.Δ. (διότι οι ΖΟΕ έχουν θεσμοθετηθεί με Π.Δ.).
Επισημαίνεται ιδιαίτερα ότι οι ΖΟΕ με τις οποίες έχουν χαρακτηρισθεί  προστατευόμενες περιοχές του άρθρου 19 του Ν.1650/1986, δεν είναι δυνατόν σήμερα να τροποποιηθούν μέσω ΓΠΣ ή ΣΧΟΟΑΠ κλπ, κάτι το οποίο θα πρέπει να διατηρηθεί οπωσδήποτε και στο υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο (βλ. άρθρο 16 παρ.3 Ν.4164/2013, ΦΕΚ Α 156/9.7.2013):
«Οι προβλέψεις των πράξεων καθορισμού των ΖΟΕ που εκδόθηκαν ή εκδίδονται κατά τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, κατισχύουν οποιωνδήποτε κατευθύνσεων ή πλαισίων χωροταξικού σχεδιασμού που περιέχονται σε άλλες διατάξεις, ως προς τις χρήσεις γης, τους όρους και περιορισμούς δόμησης και τα όρια κατάτμησης ή αρτιότητας των γηπέδων.»
B.2.        Τα Ε.Χ.Σ. ουσιαστικά μπορούν να καταργούν και να ανατρέπουν ανά πάσα στιγμή τον εγκεκριμένο σχεδιασμό Τοπικών Χωρικών Σχεδίων (βλ. παρ. 2.4), ακόμη και να καταργούν θεσμοθετημένες ΖΟΕ, ή Ειδικά Διατάγματα ή άλλες ειδικότερες διατάξεις(βλ. παρ. 2.5), προκειμένου να εξυπηρετηθούν μεμονωμένα αιτήματα χωροθέτησης των παρακάτω δραστηριοτήτων (βλ. παρ. 2.9 του Άρθρου 9):
«2.9. Ειδικά Χωρικά Σχέδια, κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αποτελούν και οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997, οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (ΠΟΑΠΔ) του άρθρου 24 του ν. 1650/1986, τα Επιχειρηματικά Πάρκα του ν. 3982/2011, τα Εμπορευματικά Κέντρα του ν. 3333/2005, τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) του άρθρου 12 του ν. 3986/2011 και τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) του άρθρου 24 του ν. 3894/2010.»
Αποτελεί παράδοξη και απαράδεκτη αντίφαση η παρακάτω διατύπωση της παρ. 2.2. του νομοσχεδίου περί ιεραρχικής εξίσωσης των Ε.Χ.Σ. με τα Τ.Χ.Σ., εφόσον ένα Ε.Χ.Σ. μπορεί να ανατρέψει ένα Τ.Χ.Σ. και μάλιστα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή εντός της θεωρητικής 5ετούς διάρκειας ισχύος του, αλλά δεν προβλέπεται να συμβαίνει το αντίθετο (!):
“2.2. Τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια συνιστούν μορφή χωρικού σχεδιασμού ρυθμιστικού χαρακτήρα που εντάσσεται ιεραρχικά στο ίδιο επίπεδο σχεδιασμού με τα Τοπικά Χωρικά Σχέδια.”
Η διατύπωση της παρ. 2.4 «εφόσον η τροποποίηση …… δεν ανατρέπει πάντως τη χωροταξική λειτουργία της ευρύτερης περιοχής, όπως αυτή προσδιορίζεται στα οικεία Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια και τις Περιφερειακές Χωροταξικές Στρατηγικές.» δεν μπορεί να είναι καθόλου καθησυχαστική, καθόσον όπως αναλύθηκε στις παραπάνω παραγράφους Α3 και Α4 του παρόντος, τα Στρατηγικά Χωροταξικά Πλαίσια, αλλά και οι Περιφερειακές Χωροταξικές Στρατηγικές, μπορούν να τροποποιούνται ταχύτατα και ευέλικτα μέσω των προβλεπόμενων ΚΥΑ του Άρθρου 5 παρ.6 και μέσω των προβλεπόμενων Αποφάσεων Υπουργού ΠΕΚΑ του Άρθρου 6. παρ. 14 του νομοσχεδίου και να προσαρμόζονται στις εκάστοτε επιχειρηματικές επιδιώξεις.
Επομένως, με τις διατάξεις περί Ε.Χ.Σ. καταργείται και κουρελιάζεται η έννοια χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός σε τοπικό επίπεδο, στο βωμό της εξυπηρέτησης μεγάλων «επιχειρηματικών» λογικών με διαδικασίες “fast track”.
Θεωρούμε ότι οι διατάξεις του Άρθρου 9 περί των Ειδικών Χωρικών Σχεδίων(Ε.Χ.Σ.), είναι επικίνδυνες και απαράδεκτες και θα πρέπει να απαλειφθούν στο σύνολό τους (παράγραφοι 2.1 έως 2.9).


[1] CISD – Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη – www.cisd.g


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΚΑΝΩΝ ΑΠΟΡΡΟΗΣ ΠΟΤΑΜΩΝ ΤΟΥ ΥΔΑΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.

Εγκρίθηκε με την ΚΥΑ 167395/5-4-2013 το διατακτικό της οποίας έχει ως ακολούθως:
Α. Συνοπτική περιγραφή του προγράµµατος Α.1 Γεωγραφική θέση Το Υδατικό ∆ιαµέρισµα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας (Υ∆ 07) αποτελεί ένα από τα δεκατέσσερα υδατικά διαµερίσµατα, στα οποία διαιρέθηκε ο ελληνικός χώρος µε το  Νόµο 1739/1987 (ΦΕΚ 201/Α/20.11.1987) και αντιστοιχούν στις περιοχές λεκανών  απορροής ποταµών του άρθρου 3 του Π.∆.51/2007 όπως ορίζεται στην υπ΄αριθ.  706/2010 (ΦΕΚ1383/Β/2.9.2010) Απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων.  Το Υδατικό ∆ιαµέρισµα Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας εκτείνεται γεωγραφικά σχεδόν σε  ολόκληρους τους Νοµούς Ευβοίας (και τη Σκύρο) και Βοιωτίας, µεγάλα τµήµατα των  Νοµών Φθιώτιδας (83,1%) και Φωκίδας (41,9%) και µικρά τµήµατα των Νοµών Αττικής  (7,2%) και Μαγνησίας (Σποράδες) (14,9%). Η συνολική του έκταση είναι 12.281 km2.Το  Υδατικό ∆ιαµέρισµα χαρακτηρίζεται µορφολογικά ορεινό έως ηµιορεινό. Στο  διαµέρισµα περιλαµβάνονται τέσσερα ορεινά συγκροτήµατα µε υψόµετρο πάνω από  2.0…

Η ΡΗΤΙΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ, ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΕΥΒΟΙΑ.

Οι «ρητινοσυλλέκτες» ή «ρητινοκαλλιεργητές» ή κατά την παλαιότερη ονομασία οι «ρετσινάδες», αποτελούν μία επαγγελματική ομάδα, με λιγότερα πλέον από 2.000 άτομα σε όλη την χώρα, η οποία είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένη με την Εύβοια και συγκεκριμένα με την Βόρεια Εύβοια. Η περιοχή της Βόρειας Εύβοιας είναι η πρώτη σε παραγωγή ρητίνης πανελλαδικά και τα σωματεία των ρητινοκαλλιεργητών είναι το πολυπληθέστερα. Παλαιότερα ο κλάδος και πολυπληθής ήταν και η παραγωγή πολύ μεγαλύτερη. Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες αποδεκάτισαν τον κλάδο και μείωσαν την παραγωγή. Σε αυτό συνέβαλε καθοριστικότερα ο ανταγωνισμός με άλλες χώρες που παράγουν υποπροϊόντα προερχόμενα από την επεξεργασία της χημικής ρητίνης όπως η Κίνα, αλλά και οι συνθήκες και όροι εργασίας, το επαγγελματικό εν γένει καθεστώς. Οι ρητινοκαλλιεργητές περιμένουν πολλούς μήνες για να εισπράξουν τις επιδοτήσεις ενώ παραμένουν εντελώς έξω από τη διαδικασία προώθησης  της παραγόμενης πρώτης ύλης στην αγορά.

Η πρόταση του Β2 Σταδίου του ΣΧΟΟΑΠ ΑΥΛΩΝΟΣ.

 Αναγκαία η ενημέρωση και η συμμετοχή πολιτών και φορέων.

Στην φάση της διαβούλευσης έχει τεθεί -έστω τυπικά-  εδώ και πολλές εβδομάδες η πρόταση της Β2 Φάσης της Μελέτης του ΣΧΟΟΑΠ Αυλώνος. Πρόκειται για την τελική φάση της εκπόνησης του Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης του πρώην Δήμου Αυλώνος και νυν Δημοτικής Ενότητας Αυλώνος του Δήμου Κύμης Αλιβερίου. Με άλλα λόγια πρόκειται για το χωροταξικό σχέδιο  που καθορίζει τις χρήσεις γης και τους όρους οικιστικής ανάπτυξης της περιοχής του πρώην Δήμου Αυλώνος. Πρόκειται για μία σημαντική προγραμματική διαδικασία η οποία ολοκληρώνεται μετά από την φάση αυτή, με την έγκρισή του από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση και την δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. Οι δύο προηγούμενες φάσεις πέρασαν από τυπικές και μάλλον «ανεμικές» διαβουλεύσεις, ειδικά η πρώτη, η αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης, στην οποία το μεν κείμενο έβριθε λαθών και παραλείψεων η δε δημόσια διαβούλευση σε επίπεδο Δήμου υπήρξε σχεδόν ανύπαρκτη. Στην δεύτερη φάση τα πράγ…